Πέμπτη 5 Ιουνίου 2008

Χρωματιστό φωτεινό κύμα

H βροχή μου χαμογέλασε και πάλι
Συνηθισμένος να κυνηγώ την αστρική σκόνη
Σαν τα πέταλα μιας μαργαρίτας
Μαδιούνται απ΄τον χρόνο οι εβδομάδες
Περπάτησα τη νύχτα για να βρεθώ κοντά σου
Τα μάτια σου λάμπουν σαν αστέρια
Η θάλασσα του χρόνου με τυλίγει
Ο ήλιος είναι το αστραφτερό δόντι τ΄ουρανού
Τι γυρεύω εδώ, πλέον,έχω μάθει
Θέλεις να ταξιδέψουμε μαζί;
Πολύχρομος κόσμος,χρωματιστό φωτεινό κύμα
Αν δεν ζήσω τώρα δεν θα ζήσω ποτέ
Νοέμβριος 2004
Για σένα Τίνα.Για τ΄αστέρια που κρύφτηκαν στα μάτια σου...

Γ.Ρίτσος:Ρωμιοσύνη

Ρίτσος Γιάννης - Ρωμιοσύνη(από τα Ποιήματα, B΄, Kέδρος 1961)

I. Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα
,αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια.
Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ' οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν.
Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα.
Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνου απ' την πίκρα τους.
Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.
Tο χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι
είναι συνέχεια του χεριού τους το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους
-έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κ' έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.
Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ' τ' άγρια γένεια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ' τις άδειες τσέπες τους
Oταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

Tόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ' η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έρριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατεία
ςαπό τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους.
Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά
και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.
Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.
Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσαόλοι πεινάνε
όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ' τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

II. Kάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας
είναι μια σταγόνα νερό που σκάβει από παλιά τη σιωπή ως το μεδούλι
είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γερο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια.
Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ' οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδιστο πάνω χείλι του Aλωνάρη
κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού
καπνισμένο απ' τον καημό της δύσης.
H Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιές
με τη φαρδειά της φούστα
λεκιασμένη απ' τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί
και του αποκρίνεται απ' τον κάμπο η προβατίνα πού ΄χει χάσει τα παιδιά της.
Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι
H κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Aπάνου στο τραπέζι το ψωμί κ' η ελιά
μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίαςκ
αμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.
A, τι μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες
στην καψαλισμένη μάντρα τουκαλοκαιριού
"κι αυτό θα περάσει"
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της
πάνου απ' τα εφτάσφαγμένα παλληκάρια της
ώσπου να βρει το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της;
Tούτο το κόκκαλο που βγαίνει από τη γης
μετράει οργιά-οργιά τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ώς το χάραμα
καημό-καημό το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σαν κόρδες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Oδυσσέα.






A, ποιος θα φράξει τότες τη μπασιά
και ποιο σπαθί θα κόψειτο κουράγιο
και ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά
που με τα δυο θυρόφυλλά της διάπλατα κοιτάει
του Θεού τ' αστροπερίχυτα περβόλια;
Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Mάη
στη ναυτική ταβέρνα, νύχτα μεγάλη
σαν ταψί στου γανωτζή τον τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμί στου σφουγγαρά το δείπνο.
Kαι να που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικό φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του
και νάτοι αυτοί που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Aναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα από σκοτάδι
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Aιγαίου το βράχο και το αλάτι.

Mπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά,
κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακί το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ' Aλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή
και στρώθηκαν στο δείπνοκό βοντας τον καημό στα δυο
έτσι που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι.
Έλα κυρά με τ' αρμυρά ματόκλαδα,
με φλωροκαπνισμένο χέρι από την έγνοια του φτωχού
κι απ' τα πολλά τα χρόνια -η αγάπη
σε περμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σού κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σού ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.
Mέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού
κοχλάζει ο μούστος κατακόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερό
για να τινάξει ελάτικ' η μάνα κάτου απ' τη ρυτίδα της
κρατάει γερά μαχαίρι.
Έλα κυρά που τα χρυσά κλωσσάς αυγά του κεραυνού
-πότε μια μέρα θαλασσιά θα βγάλεις το τσεμπέρι
και θα πάρεις πάλι τ' άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιά
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρί
στα δώδεκα ορφανά σου
,να λάμψει ολόγυρα ο γιαλός ως λάμπει η κόψη του σπαθιού
και τ' Aπριλιού το χιόνι
και νάβγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί
και να σταυρώσει τις δαγκάνες του.


III. Δω πέρα ο ουρανός δε λιγοστεύει ούτε στιγμή
το λάδι του ματιού μας
δω πέρα ο ήλιος παίρνει πάνω του το μισό βάρος της πέτρας που σηκώνουμε
πάντα στη ράχη μας σπάνε τα κεραμίδια
δίχως αχ κάτου απ' το γόνα του μεσημεριού
οι άνθρωποι παν μπροστά απ' τον ίσκιο τους
σαν τα δελφίνια μπρος απ' τα σκιαθίτικα καΐκια
ύστερα ο ίσκιος τους γίνεται ένας αϊτός
που βάφει τα φτερά του στο λιόγερμα
και πιο ύστερα κουρνιάζει στο κεφάλι τους
και συλλογιέται τ' άστρα
όταν αυτοί πλαγιάζουνε στο λιακωτό με τη μαύρη σταφίδα.
Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα
κάπου από τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια
κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον έναν άγιο
μ' άγρια μάτια και μαλλιά σκοινένια
κάθε άντρας έχει στο ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιά
τη βελονιά μια κόκκινη γοργόνα
κάθε κοπέλα έχει μια φούχτα αλατισμένο φως
κάτου απ' τη φούστα της
και τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα
πάνου στην καρδιά τους σαν τα χνάρια απ' το βήμα των γλάρων στην αμμουδιά
το απόγευμα.
Δε χρειάζεται να θυμηθείς.
Tο ξέρουμε.Όλα τα μονοπάτια βγάζουνε στα Ψηλαλώνια.
O αγέρας είναι αψύς κει πάνου.
Oταν ξεφτάει απόμακρα η μινωική τοιχογραφία της δύσης
και σβήνει η πυρκαϊά στον αχερώνα της ακρογιαλιά
ανηφορίζουν ώς εδώ οι γριές
απ' τα σκαμμένα στο βράχο σκαλοπάτια
κάθουνται στη Mεγάλη Πέτρα γνέθοντας με τα μάτια τη θάλασσα
κάθουνται και μετράν τ' αστέρια
ως να μετράνε τα προγονικά ασημένια τους
κουταλοπήρουνα κι αργά κατηφοράνε να ταΐσουνε τα εγγόνια τους
με το μεσολογγίτικο μπαρούτι.
Nαι, αλήθεια, ο Eλκόμενος
έχει δυο χέρια τόσο λυπημένα μέσα στη θηλειά τους
όμως το φρύδι του σαλεύει
σαν το βράχο που όλο πάει να ξεκολλήσει πάνου απ' το πικρό του μάτι.
Aπό βαθιά ανεβαίνει αυτό το κύμα που δεν ξέρει παρακάλια
από ψηλά κυλάει αυτός ο αγέρας με ρετσίνι φλέβα και πλεμόνι αλισφακιά.
Aχ, θα φυσήξει μια να πάρει σβάρνα τις πορτοκαλιές της θύμησης
Aχ, θα φυσήξει δυο να βγάλει σπίθα η σιδερένια πέτρα σαν καψούλι
Aχ, θα φυσήξει τρεις και θα τρελλάνει τα ελατόδασα
στη Λιάκουρα θα δώσει μια με τη γροθιά του να τινάξει την τυράγνια
στον αγέρακαι θα τραβήξει της αρκούδας νύχτας το χαλκά
να μας χορέψε ιτσάμικο καταμεσίς στην τάπια και ντέφι το φεγγάρι θα χτυπάει που να γεμίσουν τα νησιώτικα μπαλκόνια αγουροξυπνημένο παιδολόι και σουλιώτισσες μανάδες....

Tράβηξαν ολόισια στην αυγή
με την ακαταδεξιά του ανθρώπου που πεινάει
,μέσα στ' ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.
Aπό δω πέρασε ο στρατός
με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια
και στ' αυτιά τους.
Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα
πέρασαν τον κόσμο
,μ' αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.
Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανό
- για να τον δώσουν
.Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στην πλατεία
,μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια
και κουδούνιζαν τα γυαλικά στα ράφια.
A, τι τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια
-ανάμεσα στα γόνατά τους
κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους σα να σπαγαν μια ψείρα ΄
ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιος θα σου φέρει τώρα το ζεστό καρβέλι
μες στη νύχτα να ταΐσεις τα όνειρα;
Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς
παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι
,τώρα που ασβέστης του μεσημεριού
βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματά τους;
Tο χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας - αίμα τους -
πώς μύριζε το χώμα
-και τώρα πώς κλειδώσανε την πόρτα τους τ' αμπέλια μας
πώς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιος να το πει πως βρίσκονται οι μισοί κάτου απ' το χώμα
κ' οι άλλοι μισοί στα σίδερα;
Mε τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.
Σώπα, όπου να ΄ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Aυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Kάτου απ' το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί
- περμένουνε την ώρα, δενκοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση.
Tούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας -
δε μπορεί κανείς να μας το πάρει


Είναι ένα εκτεταμένο τμήμα της ποιητικής συλλογής ''Ρωμιοσύνη'' που γράφτηκε την περίοδο 1945-1947. Ο Μ.Θεοδωράκης μελοποίησε την Ρωμιοσύνη το 1966.

Γιάννης Ρίτσος:Kοριτσάκι μου

Κοριτσάκι μου,
μες στο βουβό πηγάδι του φεγγαριού
σου ‘πεσε απόψε το πρώτο δαχτυλίδι σου.
Δεν πειράζει.Αργότερα θα φτιάξεις άλλο
να παντρευτείς τον κόσμο μες στον ήλιο.
Γιατί δεν είναι κοριτσάκινα μάθεις μόνο εκείνο που είσαι
εκείνο που έχεις γίνει,είναι να γίνεις
ό,τι ζητάει η ευτυχία του κόσμου.
Άλλη χαρά
δεν είναι πιο μεγάλη
απ’ τη χαρά που δίνεις
Να το θυμάσαι κοριτσάκι.


Αυτό είναι το ποίημα ''Κοριτσάκι μου''που έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος για τη κόρη του.Το χάρισα στην Έλενα επ΄ευκαιρία της γιορτής της και το δημοσιεύω και στο baggos-baggos

Ενώ ο Ιούνιος προχωρά και βαδίζουμε με ταχύτητα προς την 21η Ιουνίου και το θερινό ηλιοστάσιο θα ΄θελα να κάνω γνωστές τις ακόλουθες σκέψεις μου.
Τείνω λοιπόν να πιστέψω πως η μόνη πραγματικότητα,η μόνη στάθερα,η αληθινή πραγματικότητα στη ζωή είναι ο θάνατος.Η σιωπή της αιωνιότητας..Στον κόσμο της ζωής όλα είναι μεταβαλλόμενα και παροδικά.Στον κόσμο του θανάτου όλα είναι σταθερά,βασιλεύει παγερή σταθερότητα.Κι όμως όλα εκεί καταλήγουν μ΄έναν τρόπο τόσο ενοχλητικό που σε κάνει να πιστεύεις ότι στην πραγματικότητα τίποτα δεν έχει σημασία στη ζωή αφού τίποτα δεν είναι προορισμένο να διαρκέσει.Ασφαλώς αυτό είναι πολύ καταθλιπτικό και καθόλου ''λειτουργικό'' όπως θα έλεγαν κι οι ψυχολόγοιΔεν είναι εύκολο να συμβιβαστείς μ΄αυτό αλλά ενδεχομένως να είναι αλήθεια.Φυσικά ο χριστιανισμός υσχιρίζεται πως η Ανάσταση του Χριστού έλουσε στο φως της τόσο τη ζωή όσο και τον θάνατο.Μια αισιόδοξη προοπτική.
Όμως ας σκεφτούμε πόσα χρόνια πέρασαν πριν την γέννηση μας και πόσα θα ακολουθήσουν ύστερα από τον θάνατο μας.Ένα τόσο σύντομο πέρασμα...
Το δέυτερο που θέλω να θίξω είναι το ακόλουθο.Χρησιμοποιούμε τόσο συχνά λέξεις των οποίων τις έννοιες συναντάμε τόσο σπάνια στη ζωή μας.''Φίολος,φιλία,αγάπη σ' αγαπώ''.Το έχω συζητήσει και με τη Θεοδώρα αυτό και διαπίστωσα ότι συμφωνούμε.Αποκαλούμε τόσο εύκολα κάποιον φίλο κι όμως ,στην πράξη αναζητούμε την γνήσια φιλία όπως ένα διαμέντι στη στάχτη
Λέμε τόσο εύκολα''σ΄αγαπώ'' στον σύντροφο μας κι ας αναζητούμε τόσο απελπισμένα την πραγματική αγάπη, κι ας φοβόμαστε να ερωτευτούμε και να ''δώσουμε'' μήπως απογοητευτούμε και πληγωθούμε.Μ΄άλλα λόγια άλλο φιλία κι άλλο συντροφιά.Άλλο περνάμε όμορφα μαζί κι άλλο αγαπιόμαστε.Υπάρχει πληθωρισμός λέξων και έλλειμα εννοιών.


Τι είναι ο εθνικισμός:Πρέπει κάποιος να είναι υπερήφανος για το ότι είναι Έλληνας,Αμερικανός,Τούρκος κ.ο.κ.Αν εξετάσουμε ενδελεχώς το ζήτημα θα διαπιστώσουμε πως όλοι οι λαοί είναι για κάποιο λόγο υπερήφανοι για την καταγωγή τους.Άς πω την άποψη μου:Δεν είμαι υπερήφανος για την εθνική μου καταγωγή επειδή την θεωρώ τυχαία και επειδή δεν έχω συμβάλει προσωπικά σσε κάτι από αυτά που θα με έκαναν υπερήφανο γι΄αυτήν.Θα μπορούσα να είμαι υπερήφανος για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό,όμως δεν έχω συμβάλει σ΄αυτόν.Θα μπορούσα να υπερηφανευτώ για το έπος του ΄40 αλλά δεν έχω προσφέρει το παραμικρό.Πιο απλά θεωρώ ''τζάμπα μαγκιά'' το να υπερηφάνευτώ για επιτεύγματα για την επίτευξη των οποίων δεν έχω συμβάλει.Χαίρομαι που είμαι Έλληνας μα σεν είμαι υπερήφανος γι αυτή την σύμπτωση.
Θεωρώ τον εθνικισμό συλλογικό εγωισμό.Ακούγοντας τις προχθεσινές δηλώσεις Καρατζαφέρη πως με αφορμή τις ταραχές που έγιναν στην Πρώην Γιουκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας(και πάντως όχι Σκόπια...)ήρθε η στιγμή η Ελλάδα να επιβάλλει την άποχη της στο θέμα της ονομασίας,σκέφτηκα πως κατά πάσα πιθανότητα η άποψη μου αυτή είναι ορθή.
Εν κατακλείδι: Γιατί όσοι είναι υπερήφανοι για την εθνική τους καταγωγή χάρι σε όσα θετικά και ηρωικά έχουν κάνει''πρόγονοι'' τους,δεν ντρέπονται για όσα αρνητικά,ίσως εγκληματικά έχουν διαπράξει οι ''πρόγονοι''τους;Αν ήμουν υπερήφανος για την δημοκρατία στην αρχαία Αθήνα θα έπρεπε ταυτοχρόνως να ντρέπομαι για την καταστροφή που προξένησαν στην Μήλο.
Ίσως φανεί παράδοξο μα έχω αισθανθεί ντροπή για την καταγωγή μου το περασμένο φθινόπωρο όταν κατά την διάρκεια του φεστιβάλ της ΕΦΕΚ προβλήθηκε ντοκυμανταίρ για την Κύπρο και στα πλαίσια αυτού σκηνές από το καταραμένο καλοκαίρι του΄74.Αισθάνθηκα πως ως ο μόνος Καλαμαράς φέρω κάποια ευθύνη για το πραξικόπημα που άνοιξε το δρόμο στην εισβολή του Αττίλα,φέρω ευθύνη (όχι ατομικά μα εθνικά,τοπικά) για τον ακρωτηριασμό της Κύπρου που επηρεάζει όσους Κυπραίους ήταν παρόντες στο φεστιβάλ και χιλιάδες άλλους στο νησί,την ζαφειρόπετρα της Μεσογείου.

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2008

Τούτες τις μέρες Γ.ΡΙΤΣΟΣ, Χ.ΛΕΟΝΤΗΣ
Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει, μας κυνηγάει
Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα
γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα
γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα
Πολύ κρύο, πολύ κρύο, πολύ κρύο εφέτος
Πιο κοντά, πιο κοντάμουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους
Μέσα στις τσέπες του παλιού πανωφοριού τους
έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά
Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουναπ’ τη βροχή και την από σταση
Η ανάσα τους ειν’ ο καπνός ενός τραίνου που πάει μακριά,πολύ μακριά


Κουβεντιάζουν και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας
γίνεται σαν μητέρα που σταυρώνει τα χέρια τηςκι ακούει
Πιο κοντά, πιο κοντά.Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει, μας κυνηγάει
Πιο κοντά, πιο κοντά
μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους

Αυτό το ποιήμα τιτλοφορείται "Τούτες τις μέρες" και ανήκει στην ποιητική συλλογή του Γιάννη Ρίτσου "Καπνισμένο Τσουκάλι''προς το τέλος της δεκαετίας του 1940(1948 η '49 αν θυμάμαι καλά) όταν ήταν εξόριστος στη Μακρόνησο.Το 1975 ο Χρήστος Λεοντής μελοποίησε τα ποιήματα της συλλογής αυτής.Ερμήνευσαν ο Νίκος Ξυλούρης,η Τάνια Τσανακλίδου κ.α.

...ΤΗΣ ΛΕΜΟΝΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ...ΤΗΣ ΠΙΚΡΑΜΕΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

ΤΗΣ ΛΕΜΟΝΙΑΣ,ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ
…ΤΗΣ ΠΙΚΡΑΜΕΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ…
Ακούς το κελάηδησμα των πρωινών ηλιαχτίδων
Καθώς σκαρφαλώνουν βιαστικά στον Πενταδάχτυλο:
Μπορείς να μου πεiς τι τραγουδάνε:
Τραγουδάνε την ομορφιά της μικρής μας πατρίδας


Έτσι ξυπνά η Κύπρος μας κάθε πρωί
Η ομορφιά της αντανακλάται στα πρόσωπά μας
Δυο ηλιαχτίδες κρύφτηκαν στα μάτια μας
Και η πανσέληνος τρυπώνει στην καρδιά μας
Το φως των άστρων κρύφτηκε στο βλέμμα μας
Κι η συννεφιά δεν σταματά τα όνειρά μας

Η ιστορία του τόπου μας γράφεται στο μέτωπο μας
Κάθε ρυτίδα και μια σελίδα
Και κάθε δάκρυ προσευχή για την μικρή μας την πατρίδα

Ομαδικοί τάφοι ,δηλητηριώδη πάθη
Ομαδικά εγκλήματα και παρελθόντος λάθη
Άγνωστοι νεκροί,ακήδευτοι νεκροί
Το χώμα κρύβει τ΄ονομα τους δεν κρύβει όμως την ντροπή

Έχουμε στα χείλη σφινωμένη την πίκρα
Έχουμε στα μάτια καρφωμένο τον καημό
Κι όταν σκαλίζουμε τη γη μας
Αίμα σκαλίζουμε και δάκρυ από αστέρια

Ρωτάς πως είναι να σε ακρωτηριάζει η μάνα σου
Πληροφορίες: 0035799781884
Καθώς και στην Επιτροπή Προσφύγων

Η ελπίδα που με τρέφει είναι η επιστροφή
Το χαμένο μου το σπίτι νιώθω το να με καλεί
Η ελπίδα που μας τρέφει είναι μόνο η ειρήνη
Λευκωσία και Βαρόσια
Στο Ιράκ,στην Παλαιστίνη



Δημοσιεύω στο blog ένα από τα ποιήματα που έχω γράψει για την Κύπρο.Το νησί που έχω δει μόνο από την τηλεόραση,με το οποίο δεν με συνδέει καμία καταγωγή μα αγαπώ πολύ εδώ και χρόνια.
Αφιερωμένο εξαιρετικά στη Θεοδώρα,την Πετρούλα,την Χριστιάνα και τον Άκη και τον Νέστορα.
Και στον Τέλη βέβαια...
Με πολλές ευχές για καλή επιτυχία στον Πέτρο και την αδερφή της Πετρούλας.
Σε ουλους τους Κυπραίους.Ελληνοκύπριους,Τουρκοκύπριους ,Μαρμανίτες,Λατίνους και Αρμένιους

Οι πνοές των άστρων

Mε την ελπίδα να βελτιώσω την επίδοση μου στο μάθημα που από όσα μου είπε ο Βαγγέλης είναι πολύ κακή και,αφού έμαθα τον τρόπο με τον οποίο μπορώ να κάνω νέα ανάρτηση με την βοήθεια της Λουκίας,σήμερα 4 Ιουνίου ετοιμάζω την δεύτερη μου ανάρτηση
Πληροφορήθηκα από τα πιο αρμόδια χείλη (τον προϊστάμενο του Τμήματος) πως το πρόγραμμα του Τμήματος θα τροοποποηθεί ριζικά.Οι αλλάγές θα ισχύσουν από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος..Στην ενημέρωση που έγινε σήμερα(και στην οποία πήγαμε με τη Βασιλεία) ακούστηκαν αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία.Το νέο πρόγγραμμα δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του ΤΕΙ.


Όσα γράφω τα γράφω για να γεμίσουν οι σελίδες κι απλά να βαθμολογηθώ καλύτερα( μα πέντε σιορ,πέντε!...).Τούτο δεν σημαίνει πως δεν τα πιστεύω.Σημαίνει πως δεν νομίζω ότι ενδιαφέρουν κάποιον άλλο,πως δεν έχουν σημασία για κάποιους άλλους.Αυτός είναι ο λόγος που δεν παίρνω τηλέφωνο στους αθλητικούς ραδφιοσταθμούς επί παραδείγματι.Τι έχω να πω: Μα κι ας υποθέσουμε πως έχω.Ποιόν αφορούν:Βέβαια σε κάποια blogs έχω διαβάσει πολύ όμορφες σκέψεις.Πάντως αυτή είναι η γνώμη μου